The Wild Ones: Diego Saldiva
28 Ιανουαρίου - 22 Φεβρουαρίου 2019
Insta @kgoldtemporarygallery
Η έκθεση “The Wild Ones” της K-Gold Temporary Gallery παρουσιάζει το έργο έξι διεθνών φωτογράφων μέσα από τον λογαριασμό της πλατφόρμας στο Instagram. H έκθεση εξετάζει τις αναζητήσεις, τις τάσεις και τους πειραματισμούς στη σύγχρονη φωτογραφία, με σημείο αφετηρίας τις προκλήσεις της εποχής της εικόνας.
Στο δεύτερο από τα έξι μέρη της έκθεσης παρουσιάζεται η πρόσφατη σειρά φωτογραφιών “Gigantes” του Βραζιλιάνου Diego Saldiva όπου βετεράνοι παλαιστές του ρινγκ αγωνίζονται να ανακτήσουν την χαμένη τους δόξα. Ισορροπώντας μεταξύ μυθολογίας και πραγματικότητας, οι πρωταγωνιστές του καυτηριάζουν στερεότυπα της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο Diego Saldiva είναι φωτογράφος που ζει μεταξύ Βραζιλίας και Ελβετίας. Σπούδασε Κοινωνική Επικοινωνία στο ESPM στο Σάο Πάουλο και Φωτογραφία στη Σχολή Φωτογραφίας του Vevey. Το έργο του έχει παρουσιαστεί στο Belfast Photo Festival, στο Visible White Photo Prize στη Φλωρεντία, στο PHOTOEspaña στη Μαδρίτη, στο Photo OFF στο Παρίσι, στο Nuit des Images στη Λωζάνη και στο Φεστιβάλ Organ Vida στο Ζάγκρεμπ. Ο Saldiva κέρδισε το Prix Photoforum 2011, ήταν φιναλίστ του vfg Nachwuchsförderpreis 2011 και υποψήφιος για το Βραβείο Paul Huff 2012.
Την έκθεση συνοδεύει μια σειρά συζητήσεων μεταξύ της Βίκυς Τσίρου και των φωτογράφων, που στόχο έχει να φωτίσει διάφορες πτυχές των πρακτικών τους.
Συνέντευξη του Diego Saldiva στη Βίκυ Τσίρου
BT: Ζεις και εργάζεσαι μεταξύ Βραζιλίας και Ελβετίας. Δύο αντιφατικά περιβάλλοντα που διαμορφώνουν έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και ζωής. Πώς θεωρείς ότι το περιβάλλον αυτό έχει επηρεάσει εσένα ως άτομο και κατά συνέπεια τη δουλειά σου;
DS: Νομίζω ότι το έργο μου “Momentos e Máculas” ήταν μια πραγματική αντίδραση σε αυτή την αλλαγή περιβάλλοντος. Μετακόμισα στην Ελβετία λόγω της συζύγου μου, και τα πρώτα χρόνια ήταν παρόμοια με όσα περιγράφει η Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (η οποία τυχαίνει να είναι Ελβετή) στα πέντε στάδια του πένθους. Έχω έναν πολύ αυθόρμητο τρόπο να κινούμαι που δεν ταιριάζει πολύ συχνά με το πως εξελίσσονται τα περισσότερα πράγματα εδώ στις Άλπεις. Είναι μια καλή ευκαιρία για αυτογνωσία και είσαι ανοιχτός σε νέες εμπειρίες.
ΒΤ: Από ένα πτυχίο στην Κοινωνική Επικοινωνία, αλλάζεις την πορεία σου, επιλέγοντας σπουδές στην Φωτογραφία. Ποιό ήταν το κίνητρό σου για αυτή την απόφαση;
DS: Δούλευα ως γραφίστας εκείνη τη στιγμή. Μετά το πτυχίο πίστευα ότι η επαγγελματική μου ζωή θα ήταν πιο δημιουργική, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Μετά από ένα χρόνο είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω και ο πατέρας μου μου έκανε δώρο μια φωτογραφική μηχανή.
ΒΤ: Μετά τα έργα “Break of Day” και “Momentos e Màculas”, δημιούργησες τη σειρά “Gigantes”. Παρά την μεγαλοπρέπεια του τίτλου, οι εικόνες σου αποκαλύπτουν ξεπεσμένους χαρακτήρες. Ποιό ήταν το έναυσμα για αυτή τη σειρά;
DS: Ήμουν σε διακοπές στην πατρίδα μου και μια μέρα είδα στην τοπική εφημερίδα ότι οι «Γίγαντες του Ρινγκ» θα παρουσιάζονταν στα προάστια της πόλης, η οποία βρίσκεται στα περίχωρα. Με εξέπληξε γιατί ήταν πολύ δημοφιλείς μέχρι τη δεκαετία του ‘90 και θυμήθηκα ότι τους έβλεπα στην τηλεόραση. Ένας ξάδελφος μου ήταν μέρος της ομάδας τους εκείνη την εποχή. Σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να ρίξω μια ματιά. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Η παράσταση τους δεν κράτησε για πολύ ώρα, γι’ αυτό πιστεύω ότι οι εμφανίσεις τους παίρνουν άλλη μορφή τώρα που πασχίζουν να κάνουν και πάλι νέα σόου.
ΒΤ: Αποφάσισες να παρουσιάσεις αυτές τις εικόνες συνοδευόμενες από ένα απόσπασμα από τη Θεογονία του Ησίοδου, πατέρα της γνωμικής ποίησης. Οι “Γίγαντες” σου είναι εξίσου πηγή σύγχρονων γιγάντων;
DS: Όταν προσπάθησα να επεξεργαστώ τις φωτογραφίες μου, έπρεπε να βρω ένα κοινό θέμα που να είχε νόημα. Ήθελα να είναι κάτι περισσότερο από τεκμηρίωση, τουλάχιστον στο μυαλό μου. Έτσι, χρειάστηκε λίγος χρόνος μέχρι που παρατήρησα το όνομά τους και αποφάσισα να το ψάξω παραπάνω. Τότε ανακάλυψα ότι ο μύθος δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Ο Ρολάν Μπαρτ ξεκινά το βιβλίο του “Μυθολογίες” με ένα κεφάλαιο για τους παλαιστές.
Η πάλη είναι ένα θέαμα σκηνής που παρουσιάζει τις θεμελιώδεις έννοιες του Πάθους, της Ήττας και, πάνω απ'όλα, της Δικαιοσύνης. Οι παλαιστές (ως ηθοποιοί), σε μια άμεση παντομίμα, απεικονίζουν χονδροειδή και υπερβολικά στερεότυπα της ανθρώπινης αδυναμίας: τον προδότη, τον πονηρό, τον «γυναικωτό». Το κοινό περιμένει να τους δει να υποφέρουν και να τιμωρηθούν για τις παραβιάσεις των κανόνων της πάλης τους σε μια θεατρική εκδοχή της κοινωνικής ιδεολογίας για τη δικαιοσύνη.
Ο Ρολάν Μπαρτ γράφει «στη παλαίστρα και ακόμη και στα βάθη της εθελοντικής τους ατίμωσης, οι παλαιστές παραμένουν θεοί, γιατί είναι για λίγα λεπτά το κλειδί που ανοίγει τη Φύση, την καθαρή χειρονομία που χωρίζει το Kαλό από το Kακό και αποκαλύπτει τη μορφή μιας δικαιοσύνης που είναι επιτέλους κατανοητή».
ΒΤ: Θα ήθελα να επιστρέψω σε ένα από τα προηγούμενα έργα σου, το “Break of Day”. Είναι ο καρπός μιας πολύ δύσκολης κατάστασης που εσύ και η οικογένειά σου αναγκαστήκατε να αντιμετωπίσετε. Τι συνέβη;
DS: Ο γιος μου γεννήθηκε 3 μήνες πρόωρα. Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι σταμάτησε να αναπνέει. Μπόρεσα να τον επαναφέρω και έτσι είχα χρόνο να τον πάω ξανά στο νοσοκομείο. Μετά από εξετάσεις, ανακάλυψαν ότι τα αιμοσφαίρια του ήταν πολύ χαμηλά. Τον κράτησαν για εβδομάδες μέχρι που βρήκαν ότι είχε αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκύττωση (HLH).
ΒΤ: Ωστόσο, φωτογράφισες αυτό το επώδυνο ταξίδι ως ένα είδος λύτρωσης αυτού που συνέβαινε. Ο Λέοναρντ Κόεν τραγούδησε «Υπάρχει μια ρωγμή σε όλα, έτσι μπαίνει το φως». Παρά την κρίσιμη κατάσταση που περάσατε, σε έφερε αυτό το περιστατικό πιο κοντά στην οικογένειά και στον φωτογραφικό φακό σου, αφήνοντας το φως να μπει;
DS: Ήμουν σε μια ξένη χώρα, περιβαλλόμενος από αγνώστους όταν συνέβη αυτό. Ήμουν ακόμα στη Σχολή Φωτογραφίας. Υπήρχαν τόσα πολλά ανάμεικτα συναισθήματα, που η φωτογραφία (και το φλας φυσικά) έμοιαζε να είναι ένας τρόπος για να τα αντιμετωπίσω.Όσον αφορά στην οικογένειά μου, θεωρώ πως προσπάθησα να μείνω «αντι-εύθραυστος» απέναντι σε αυτά τα γεγονότα. Η «αντι-ευθραυστότητα» [όρος που εισήγαγε ο Nassim Nicholas Taleb] υπερβαίνει την ευρωστία. Αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν αντέχει απλώς σε ένα σοκ αλλά παρουσιάζει εμφανή βελτίωση εξαιτίας αυτού. Με άλλα λόγια, πιστεύω πως αυτό το συμβάν μας έκανε πιο δυνατούς με κάποιον τρόπο. Γι’αυτό βρισκόμαστε ακόμη εδώ.
ΒΤ: Έχεις λάβει διάφορα βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Ποιο είναι το πιο σημαντικό για εσένα;
DS: Όλα έχουν κάποια σημασία, κυρίως για να δείξω ότι υποτιμώ τον εαυτό μου.
ΒΤ: Δεδομένου ότι το τρέχον πρότζεκτ πραγματοποιείται στο Instagram, που θεωρείται ως ένα νέο μέσο αυτο-έκφρασης, πώς θα περιέγραφες τη δική σου προσέγγιση στα κοινωνικά μέσα;
DS: Δεν έχω την πειθαρχία στο να δημοσιεύω το έργο μου σε τακτική βάση.
The Wild Ones: Diego Saldiva
January 28 - February 22, 2019
Insta @kgoldtemporarygallery
The exhibition “The Wild Ones” of K-Gold Temporary Gallery presents the work of six international photographers through the Instagram account of the platform (@kgoldtemporarygallery). The exhibition examines the quests, trends and experiments in contemporary photography, starting from diverse challenges brought by the age of the image.
In the second of six parts of the show, we present “Gigantes” by Brazilian photographer Diego Saldiva, a new series where veteran wrestlers struggle to regain their lost glory. Balancing between mythology and reality, his protagonists reflect critically on stereotypes of human society.
Diego Saldiva is a photographer living between Brazil and Switzerland. He studied Social Communication at ESPM in São Paulo and Photography at the School of Photography in Vevey. His work has been exhibited worldwide including the Belfast Photo Festival, Visible White Photo Prize in Florence, PHotoEspaña in Madrid, Photo OFF in Paris, Nuit des Images in Lausanne and Organ Vida Festival in Zagreb. Saldiva was the winner of the Prix Photoforum 2011, finalist of the vfg Nachwuchsförderpreis 2011 and was nominated for the Paul Huff Award 2012.
The exhibition accompanies a series of discussions between Vicky Tsirou and the photographers, which will shed light on their practices.
Interview of Diego Saldiva to Vicky Tsirou
VT: You live and work between Brazil and Switzerland. Two contradictory environments that form a different way of thinking and living. How do you think the environment you find yourself in has affected you as a person and your work as a consequence?
DS: I think my project “Momentos e Máculas” was a real reaction to this environmental change for me. I moved to Switzerland because of my wife and the first years were like the process described by Elisabeth Kübler-Ross (which happened to be Swiss) on her five stages of grief. I have a very spontaneous way of doing things which does not match very often with the way most things are done here by the Alps. It is a good opportunity for self-knowledge and be open to different experiences.
VT: From a BA in Social Communication you changed your route, choosing studies in photography. What was your motivation for this decision?
DS: I was working as a graphic designer at that time. After finishing my BA I thought my working life would be more creative, which was not the case. After a year, I had the opportunity to travel and my father gave me a photo camera as a gift.
VT: After your projects “Break of Day” and “Momentos e Màculas”, you created the “Gigantes” series. In spite of its grandiose title, your images claim to uncover impoverished characters. What was the starting point for this series?
DS: I was on holidays back home and a certain day I saw on the local newspaper that the “Gigantes do Ringue” (Giants of the Ring) would be presenting themselves in the peripheral area of my town, which is already in the outskirts. It surprised me, for they were very popular until the 90’s and I remembered seeing them on TV. A cousin of mine was part of the crew at that time. So I thought it was interesting enough to have a look. I did not know what to expect. Their show did not last a long time, so I think the project is taking other forms now that they struggle to make new shows again.
VT: You decided to present these images accompanied by a quotation from Theogony by Hesiod, the father of gnomic verse. Are your “Gigantes” also a source of contemporary Giants?
DS: When I tried to edit my pictures, I had to find a red thread that would make sense. I wanted everything to be more than pure documentary, at least in my mind. So it took a while until I noticed their name and decided to research it further. That’s when I discovered that the myth was not far from reality. Roland Barthes opens his book “Mythologies” with a chapter on Wrestlers.
Wrestling is a staged spectacle acting out the public’s basic concepts of Suffering, Defeat and above all, Justice. The wrestlers (as actors), in a immediate pantomime, portray grossly-exaggerated stereotypes of human weakness: the traitor, the conceited, the effeminate teddy-boy. The audience expects to watch them suffer and be punished for their own transgressions of wrestling’s rules in a theatrical version of society’s ideology of justice.
Roland Barthes writes “in the ring, and even in the depths of their voluntary ignominy, wrestlers remain gods because they are, for a few moments, the key which opens Nature, the pure gesture which separates Good from Evil, and unveils the form of a justice which is at last intelligible.”
VT: I would like to go back to one of your past project, the “Break of Day”. It is the fruit of a very difficult situation that you and your family were forced to face. What actually happened?
DS: My son was born 3 months premature. After coming home he stopped breathing. I could reanimate him and had time to go to hospital. After some tests, they discovered his blood cells were too low. They kept him for weeks until they found out he had hemophagocytic lymphohistiocytosis (HLH).
VT: However, you were photographing this painful journey as a sort of redemption of what was happening. Leonard Cohen sang “There is a crack in everything, that’s how the light gets in”. Despite the crucial situation you have been through, did this incident bring you closer to your family and to your lens, letting the light get in?
DS: I was in a strange country, surrounded by strangers when this happened. I was still in Photography School. There were so many mixed feelings, that photography (and the flash of course) seemed to be a way to deal with it. Regarding my family, I would say that I tried to be “antifragile”, towards these events. Antifragility [term by Nassim Nicholas Taleb] is beyond resilience or robustness. The resilient resists shocks and stays the same; the antifragile gets better. In other words, I believe that all those facts made us stronger somehow. That’s why we are still here.
VT: You have received various awards, honors and recognitions. Which one is the most important to you?
DS: They all have some kind of importance, mostly for showing that I underestimate myself.
VT: Since the current project takes place on Instagram, which is perceived as a new medium of self-expression, how would you describe your own approach to social media?
DS: I lack the discipline of posting my own work on regular basis.